Επιδοτήσεις αντί για μειώσεις φόρων: Γιατί απορρίπτει η κυβέρνηση το ισπανικό μοντέλο

Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης για την ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος βρίσκεται η επιλογή της κυβέρνησης να επιμείνει στα επιδόματα τύπου “pass” και να απορρίψει τις οριζόντιες μειώσεις φόρων, όπως αυτές που εφαρμόζει η Ισπανία.

Καθώς οι τιμές των καυσίμων πιέζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, το ερώτημα επιστρέφει: γιατί η Ελλάδα δεν ακολουθεί το λεγόμενο «ισπανικό μοντέλο»;

Η στρατηγική της κυβέρνησης

Η απάντηση της Αθήνας είναι σαφής: προτιμά στοχευμένες επιδοτήσεις αντί για γενικευμένες φοροελαφρύνσεις. Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι τα μέτρα τύπου Fuel Pass είναι πιο ευέλικτα, κοστίζουν λιγότερο και κατευθύνονται σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Πίσω από αυτή την επιλογή βρίσκονται τέσσερις βασικοί λόγοι:

Δημοσιονομικός έλεγχος: Οι υψηλοί έμμεσοι φόροι διασφαλίζουν ισχυρά έσοδα, τα οποία η κυβέρνηση μπορεί να αναδιανέμει επιλεκτικά.

Μείωση χρέους: Τα πλεονάσματα επιτρέπουν την ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, που παραμένει κεντρική προτεραιότητα.

Πολιτικό κόστος: Μια προσωρινή μείωση φόρων θα ήταν δύσκολο να ανακληθεί, ειδικά σε προεκλογικό περιβάλλον.

Ευρωπαϊκή πειθαρχία: Η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρεί εικόνα δημοσιονομικής αξιοπιστίας, τηρώντας αυστηρά τους κανόνες της ΕΕ.

Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο παίζει και ο νέος ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών, που περιορίζει τα περιθώρια για μόνιμες φορολογικές παρεμβάσεις.

Το επιχείρημα των επιδοτήσεων

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ειδικά στο diesel, η επιδότηση στην αντλία μπορεί να έχει παρόμοιο αποτέλεσμα με μια μείωση φόρου — αλλά με μεγαλύτερη ευελιξία.

Στη βενζίνη, τονίζει ότι μια οριζόντια μείωση θα ωφελούσε και υψηλά εισοδήματα ή τουρίστες, αυξάνοντας σημαντικά το δημοσιονομικό κόστος χωρίς αντίστοιχη κοινωνική στόχευση.

Όπως επισημαίνεται, η επιδότηση φτάνει έως και τα 36–43 λεπτά ανά λίτρο, επίπεδο που —κατά την κυβέρνηση— υπερβαίνει αντίστοιχα μέτρα άλλων χωρών.

Ο «κρυφός» ρόλος του ΦΠΑ

Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης και της κριτικής που δέχεται βρίσκεται ο ΦΠΑ.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα πρόσθετα έσοδα από την άνοδο των τιμών είναι περιορισμένα (8–10 λεπτά ανά λίτρο) και σε κάθε περίπτωση μικρότερα από τις επιδοτήσεις που επιστρέφονται στους καταναλωτές.

Ωστόσο, οι επικριτές απαντούν ότι μια μείωση του ΕΦΚ θα είχε διπλό αποτέλεσμα: θα μείωνε άμεσα την τιμή και θα περιόριζε ταυτόχρονα και τον ΦΠΑ, οδηγώντας σε μεγαλύτερη συνολική ελάφρυνση στην αντλία.

Ο αντίλογος: «Πιο άμεση λύση η μείωση φόρων»

Η κριτική εστιάζει στο ότι οι επιδοτήσεις είναι προσωρινές και περιορισμένης διάρκειας, ενώ δεν αντιμετωπίζουν συνολικά την ακρίβεια.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική:

- Μια σημαντική μείωση του ΕΦΚ θα μπορούσε να ρίξει άμεσα τις τιμές συνδυαστικά με ελέγχους.

- Το όφελος θα ήταν πιο διαφανές για τον καταναλωτή.

- Θα περιόριζε τη φορολογική επιβάρυνση σε όλη την αλυσίδα.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες —όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Γερμανία— έχουν προχωρήσει σε πιο επιθετικές παρεμβάσεις.

Οι καταναλωτές: «Ανεπαρκή τα μέτρα»

Στο φόντο αυτό τα κόμματα της Αντιπολίτευσης αλλά και ενώσεις καταναλωτών, όπως η Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδος κάνουν λόγο για αποσπασματικές παρεμβάσεις που δεν αγγίζουν το βασικό πρόβλημα: τη συνολική ακρίβεια.

Όπως τονίζουν:

- Τα μέτρα έχουν μικρή διάρκεια.

- Δεν καλύπτουν βασικά αγαθά όπως τρόφιμα και στέγαση.

- Δεν στηρίζουν επαρκώς όσους δεν έχουν όχημα αλλά πλήττονται από τις αυξήσεις.

Η ανακοίνωση της ΕΕΚΕ

Αναλυτικά, με βάση ανακοίνωση της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδος αναφέρει ότι “τα μέτρα οικονομικής στήριξης, λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που ανακοινώθηκαν σήμερα, δεν συνιστούν επαρκή απάντηση για τα νοικοκυριά και τους καταναλωτές.

Τα μέτρα περιορίζονται σε ορίζοντα μόλις δύο μηνών και εστιάζουν κυρίως στα καύσιμα, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση στο συνολικό κόστος ζωής. Πρόκειται για αποσπασματικές παρεμβάσεις με επιδοτήσεις σε diesel κίνησης, fuel pass βενζίνης της τάξης των 25 ευρώ το μήνα και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, που μπορεί να ανακουφίζουν οριακά και επιφανειακά ορισμένες κατηγορίες πολιτών και επαγγελματιών, αλλά δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα: ότι η ακρίβεια και η αισχροκέρδεια βρίσκεται ήδη στην αντλία, στο ράφι, στη στέγη και στις καθημερινές υπηρεσίες.

Καμπανάκι για τα τρόφιμα

Η πραγματική πίεση για τον καταναλωτή δεν εξαντλείται στο κόστος μετακίνησης, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο το καλάθι της καθημερινής επιβίωσης. Γι’ αυτό και το σημερινό πακέτο είναι ανεπαρκές. Δεν περιλαμβάνει καμία άμεση παρέμβαση στις τιμές βασικών τροφίμων, καμία πρόσθετη στήριξη για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα που δεν διαθέτουν όχημα αλλά πληρώνουν ακριβότερα τις λοιπές υπηρεσίες.

Ολοκληρωμένη παρέμβαση

Μία ολοκληρωμένη πολιτική κατά της ακρίβειας δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει μόνιμες και διαρκείς παρεμβάσεις στο σούπερ μάρκετ και τη γενικευμένη ανατίμηση στην αγορά. Και μάλιστα όταν ταυτόχρονα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες του Νότου παρεμβαίνουν αποφασιστικά στην ανακούφιση των καταναλωτών στον τομέα των καυσίμων:

Οι άλλες χώρες

Η Ισπανία θα μειώσει τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) στα καύσιμα από 21% σε 10%, ενώ σχεδιάζει επίσης να αναστείλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στους υδρογονάνθρακες καθώς και να καταργήσει έναν φόρο 5% στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Την Τετάρτη (24/3), η Ιταλία μείωσε τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα κατά 25 λεπτά ανά λίτρο, ενώ η Γερμανία εξετάζει ένα πακέτο στήριξης που περιλαμβάνει και έκτακτο φόρο στα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών. Θυμίζουμε ότι η Ελλάδα έχει τον 5ο υψηλότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στην Ευρώπη, διπλάσιο από το κατώτατο όριο που έχει θεσπίσει η Ε.Ε., ενώ και ο ΦΠΑ υπολογίζεται στο άθροισμα της αξίας του καυσίμου πλέον του Ε.Φ.Κ.

Ως ένωση καταναλωτών, θεωρούμε ότι η χώρα χρειάζεται άμεσα ένα πιο ουσιαστικό και κοινωνικά δίκαιο σχέδιο αντιμετώπισης της ακρίβειας με συνδυαστικά μέτρα που να καλύπτουν όλο το φάσμα των καταναλωτικών αναγκών.

Ένα σχέδιο που να περιλαμβάνει ισχυρό έλεγχο της αισχροκέρδειας σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, ουσιαστικές παρεμβάσεις σε βασικά είδη διατροφής, ειδική προστασία για το κόστος στέγασης, ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων με εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια, και διάρκεια μέτρων που να ανταποκρίνεται στην πραγματική διάρκεια της κρίσης.

Η πρακτική άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει τον δρόμο για την άμεση ανακούφιση των καταναλωτών από τις συνέπειες της διεθνούς αναταραχής αλλά και καταδεικνύει την αναποτελεσματικότητα των ημίμετρων που ανακοινώθηκαν” ανέφερε η Ένωση.

Το δίλημμα που παραμένει

Στην ουσία, η αντιπαράθεση συνοψίζεται σε ένα βασικό δίλημμα:

Στοχευμένες επιδοτήσεις με δημοσιονομικό έλεγχο ή οριζόντιες μειώσεις φόρων με άμεση επίδραση στις τιμές

Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης

Ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, πάντως, υπογράμμισε ότι η επιδότηση στην Ελλάδα φτάνει τα 36 έως 43 λεπτά ανά λίτρο (ιδίως για νησιωτικές περιοχές), επίπεδο που, όπως σημείωσε, υπερβαίνει τα περίπου 30 λεπτά που παρέχει η Ισπανία. Όπως τόνισε, η στόχευση αυτών των μέτρων διασφαλίζει ότι η ενίσχυση κατευθύνεται σε όσους έχουν πραγματικά ανάγκη, αντί να διαχέεται οριζόντια στο σύνολο της αγοράς.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι τα συνολικά μέτρα που ανακοίνωσε η Ισπανία ανέρχονται σε 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο ένα μέρος αφορά άμεσα τα καύσιμα, ενώ τα υπόλοιπα σχετίζονται με επενδύσεις σε υποδομές — παρεμβάσεις που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, υλοποιούνται και στην Ελλάδα μέσω άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στα όρια που θέτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τον ΕΦΚ. Για παράδειγμα, στο diesel η μέγιστη δυνατή μείωση θα μπορούσε να φτάσει τα 8 λεπτά, ενώ τα μέτρα που εφαρμόζονται αντιστοιχούν σε πολύ μεγαλύτερη ελάφρυνση. Αντίστοιχα, στη βενζίνη η επιτρεπόμενη μείωση υπολείπεται της ενίσχυσης που παρέχεται μέσω των επιδοτήσεων.

Η λογική των «έκτακτων» μέτρων

Από την πλευρά του, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι τα μέτρα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και στόχο να αντιμετωπίσουν μια ιδιαίτερα ασταθή συγκυρία. Όπως ανέφερε, σε περιόδους κρίσης προέχει η δημοσιονομική ισορροπία, η διασφάλιση ότι η ενίσχυση φτάνει στον καταναλωτή και —κυρίως— η στήριξη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Τόνισε επίσης ότι, ενώ η κυβέρνηση έχει αποδείξει την προτίμησή της σε μόνιμες μειώσεις φόρων σε κανονικές συνθήκες, σε περιόδους έκτακτης ανάγκης επιλέγει πιο ευέλικτα και στοχευμένα εργαλεία. Η οριζόντια μείωση του ΕΦΚ, όπως σημείωσε, θα είχε υψηλό κόστος για τα δημόσια έσοδα — τα οποία ανέρχονται σε περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως — χωρίς να διασφαλίζει ότι η ωφέλεια θα κατευθυνθεί κυρίως σε όσους τη χρειάζονται.

reporter.gr