Κόκκινα δάνεια: «Καμπανάκι» από Κομισιόν για τους ρυθμούς εκκαθάρισης

Παρά τη μείωση των κόκκινων δανείων στις τράπεζες, η Κομισιόν επισημαίνει ότι το συνολικό απόθεμα στην οικονομία παραμένει βάρος για τον ιδιωτικό τομέα

ο στοίχημα των κόκκινων δανείων δεν έχει κλείσει για την ελληνική οικονομία, παρά τη θεαματική αποκλιμάκωσή τους στους ισολογισμούς των τραπεζών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεσή της για την Ελλάδα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, αναγνωρίζει ότι ο τραπεζικός δείκτης NPLs έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, προειδοποιεί όμως ότι η εκκαθάριση των δανείων που έχουν περάσει στους servicers κινείται ακόμη με αργούς ρυθμούς.

Σύμφωνα με την έκθεση, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών μειώθηκε περαιτέρω το 2025, ενώ έως τα μέσα της χρονιάς οι τράπεζες είχαν αξιοποιήσει κυρίως πωλήσεις χαρτοφυλακίων και τιτλοποιήσεις μέσω του σχήματος «Ηρακλής» για να περιορίσουν το απόθεμα των κόκκινων δανείων τους. Το αποτέλεσμα ήταν ο δείκτης NPLs στο τραπεζικό σύστημα να υποχωρήσει στο 2,8%, επίπεδο που χαρακτηρίζεται ιστορικά χαμηλό, αν και εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Πίσω όμως από την εικόνα βελτίωσης στους τραπεζικούς ισολογισμούς, η Κομισιόν διαπιστώνει ότι, εάν συνυπολογιστούν τα κόκκινα δάνεια που έχουν περάσει στους servicers, το συνολικό απόθεμα στην οικονομία παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο και εξακολουθεί να βαραίνει τον ιδιωτικό τομέα.

Όταν τα NPLs βγαίνουν από τις τράπεζες αλλά μένουν στην οικονομία

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αποσυμφόρηση των τραπεζών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με οριστική επίλυση του προβλήματος. Η τελευταία φάση των τιτλοποιήσεων μέσω του «Ηρακλή» οδήγησε σε αύξηση των NPLs που ανήκουν σε εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων, καθώς μέρος του βάρους μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικού συστήματος, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η πραγματική εκκαθάρισή του.

Στο επίκεντρο των καθυστερήσεων βρίσκονται οι πλειστηριασμοί και οι δικαστικές διαδικασίες που συνδέονται με αυτούς. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι υποψήφιοι αγοραστές συχνά δεν μπορούν να αξιολογήσουν επαρκώς την κατάσταση των ακινήτων που τίθενται σε πλειστηριασμό, ενώ οι μεγάλες καθυστερήσεις σε διαφορές πριν και μετά τη διαδικασία λειτουργούν αποτρεπτικά για τη συμμετοχή τους. Με αυτόν τον τρόπο, οι πλειστηριασμοί χάνουν μέρος της αποτελεσματικότητάς τους ως μηχανισμός εκκαθάρισης εξασφαλίσεων, παρατείνοντας την παρουσία παλαιών κόκκινων δανείων στην οικονομία και καθυστερώντας την απομείωση ενός προβλήματος που συνεχίζει να αποτελεί βάρος για τον ιδιωτικό τομέα.

Οι παρεμβάσεις που μένει να αποδώσουν

Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις για να περιορίσει τα εμπόδια που καθυστερούν την εκκαθάριση των κόκκινων δανείων, υπενθυμίζοντας ότι το 2024 εφαρμόστηκαν στοχευμένες αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ώστε να είναι διαθέσιμες περισσότερες πληροφορίες για τα ακίνητα που οδηγούνται σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.

Το 2025 ακολούθησαν νέες αλλαγές, με στόχο την ταχύτερη επίλυση διαφορών που συνδέονται με την αναγκαστική εκτέλεση, αλλά και τη δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τον επαναπρογραμματισμό δικασίμων που έχουν οριστεί σε μακρινές ημερομηνίες. Παράλληλα, η οργανική διαχείριση των κόκκινων δανείων, κυρίως μέσω αναδιαρθρώσεων, ενισχύεται από τις πρόσφατες αναβαθμίσεις της πλατφόρμας του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών.

Το βάρος πλέον πέφτει στην αποτελεσματικότητα αυτών των αλλαγών, καθώς η εικόνα των τραπεζών έχει βελτιωθεί, αλλά η πραγματική απομείωση των παλαιών κόκκινων δανείων εξακολουθεί να εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα κινηθούν οι διαδικασίες εκκαθάρισης, οι πλειστηριασμοί και οι μηχανισμοί ρύθμισης.

Η διάσταση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη τους και παραμένουν σε θέση να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, ενώ την ίδια στιγμή η πρόσβαση των ελληνικών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση εξακολουθεί να κρίνεται ανεπαρκής και σαφώς πιο περιορισμένη σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.