Μ. Κόρμαν (ΟΟΣΑ): "Αυτή είναι τώρα η συνταγή ανάπτυξης για την Ελλάδα"

Με σαφές μήνυμα υπέρ μιας πιο φιλόδοξης μεταρρυθμιστικής ατζέντας, ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, Ματίας Κόρμαν, περιγράφει σε συνέντευξή του στον διευθυντή του "Κ" και του Capital.gr Σπύρο Δημητρέλη, κατά τη διάρκεια του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, το επόμενο βήμα που απαιτείται για την ελληνική οικονομία. 

Αναγνωρίζοντας την πρόοδο των τελευταίων ετών, επισημαίνει ότι η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στη μετάβαση από μια ανάπτυξη που στηρίχθηκε τους ευρωπαϊκούς πόρους σε ένα μοντέλο που θα βασίζεται στην παραγωγικότητα, και αυτός ακριβώς θα είναι ο στόχος του νέου μεταρρυθμιστικού προγράμματος κυβέρνησης - ΟΟΣΑ, που αποκαλείται "Σχέδιο Πισσαρίδη 2". Κομβικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έχουν οι επενδύσεις κυρίως σε άυλα στοιχεία – όπως τεχνολογία και δεξιότητες για το εργατικό δυναμικό. Οι παρεμβάσεις σε χρηματοδότηση, δικαιοσύνη και εκπαίδευση αναδεικνύονται σε κρίσιμους μοχλούς για διατηρήσιμη ανάπτυξη, όπως περιγράφει.

Συνέντευξη στον Σπύρο Δημητρέλη

Play Video

Κύριε Γενικέ Γραμματέα, ποιες είναι οι κύριες προτεραιότητες του σχεδίου μεταρρυθμίσεων και βιώσιμης ανάπτυξης ΟΟΣΑ - Ελλάδας (2028-2034);

Κύριε Δημητρέλη, η οικονομική ανάκαμψη και η αναπτυξιακή επίδοση της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια υπήρξαν πραγματικά αξιοσημείωτες. Ισχυρή αύξηση της απασχόλησης, η ανεργία μειωμένη από περίπου 28% στο υψηλότερο σημείο της σε περίπου 7,5% έως 8% σήμερα, μια δημοσιονομική θέση από χρόνια ελλείμματα σε πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% έως 5% του ΑΕΠ. Ενάντια στην παγκόσμια τάση αύξησης των επιπέδων δημόσιου χρέους, το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει μειωθεί σημαντικά, από 183% του ΑΕΠ το 2019 σε 154% το 2024, με σαφή φιλοδοξία και πορεία για να μειωθεί κάτω από 138% έως το 2026. Και όλα αυτά ενώ υπερβαίνει σταθερά την ανάπτυξη της Ευρωζώνης από το 2021. Αυτό δεν είναι τύχη, είναι πραγματική, δύσκολα κερδισμένη πρόοδος.

Αλλά φυσικά, ενώ είναι σωστό να αναγνωρίζεται αυτό που έχει επιτευχθεί, η πιο σημαντική εστίαση είναι σε αυτό που απομένει να γίνει για να οικοδομηθεί ένα καλύτερο μέλλον. Ένα μέλλον όπου η ισχυρή οικονομική επίδοση μεταφράζεται σε υψηλότερα εισοδήματα, ευκαιρίες και επίπεδα διαβίωσης για τους ανθρώπους της Ελλάδας.

Εκεί ακριβώς έρχεται η νέα μακροπρόθεσμη εταιρική σχέση μεταρρυθμίσεων με την Ελλάδα, που καλύπτει την περίοδο 2028 έως 2034.

Η κεντρική μας φιλοδοξία είναι να βοηθήσουμε την Ελλάδα να πραγματοποιήσει τη μετάβαση από ανάπτυξη που καθοδηγείται από την ανάκαμψη σε ανάπτυξη που καθοδηγείται από την παραγωγικότητα, οδηγώντας σε αυξήσεις στα εισοδήματα και στα επίπεδα διαβίωσης.

Μεγάλο μέρος της επέκτασης μέχρι τώρα έχει τροφοδοτηθεί από τα κέρδη στην απασχόληση και από επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από την Ε.Ε. Αυτό ήταν σημαντικό – αλλά δεν είναι επαρκές για διατηρήσιμη σύγκλιση υψηλού εισοδήματος.

Το ερώτημα τώρα είναι: πώς αναπτύσσεται η Ελλάδα με τρόπους που αυξάνουν τα επίπεδα διαβίωσης με διατηρήσιμο τρόπο – ακόμα και καθώς η στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ε.Ε. σταδιακά μειώνεται;

Το έργο θα εντοπίσει τους διαρθρωτικούς παράγοντες πίσω από τα εναπομείναντα κενά εισοδήματος και παραγωγικότητας της Ελλάδας, χρησιμοποιώντας διακρατική, κλαδική και σε επίπεδο επιχειρήσεων ανάλυση.

Θα προσδιορίσει τους συγκεκριμένους περιορισμούς στις επενδύσεις και την καινοτομία, θα αξιολογήσει την αλληλεπίδραση μεταξύ χρηματοδότησης της Ε.Ε. και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θα παραγάγει έναν διαδοχικό μακροπρόθεσμο οδικό χάρτη – που θα καλύπτει τις αγορές εργασίας, τη διάχυση της τεχνολογίας, τα δημογραφικά, την ανταγωνιστικότητα και την πράσινη μετάβαση.

Oυσιαστικά, αυτό δεν είναι ένας κατάλογος μεταρρυθμίσεων σε απομόνωση. Θα χαρτογραφήσει ποιες μεταρρυθμίσεις πρέπει να συμβούν πρώτα, ποιες πρέπει να συμβούν μαζί και ποιες αποδίδουν μόνο με την πάροδο του χρόνου.

Ξεκινήσαμε αυτή την εργασία στις αρχές του έτους και σκοπεύουμε να δημοσιεύσουμε μια έκθεση στο πρώτο τρίμηνο του 2027. Αυτή είναι μια σοβαρή, αυστηρή και για την Ελλάδα στρατηγικά σημαντική επένδυση στο οικονομικό της μέλλον.

Ποιες μεταρρυθμίσεις είναι τώρα οι πιο κρίσιμες για μια υψηλότερη και πιο βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία;

Αν έπρεπε να προσδιορίσω την κεντρική οικονομική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα αυτή τη στιγμή, είναι η παραγωγικότητα.

Η παραγωγικότητα της Ελλάδας παραμένει κολλημένη περίπου στο 64% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Όχι επειδή η Ελλάδα στερείται φιλοδοξίας, αλλά επειδή οι μηχανισμοί που διαχέουν την καινοτομία, την τεχνολογία και την αποδοτικότητα σε όλη την οικονομία δεν λειτουργούν αρκετά καλά.

Γι’ αυτό οι πιο κρίσιμες μεταρρυθμίσεις είναι εκείνες που επιταχύνουν τη διάχυση της παραγωγικότητας, ιδιαίτερα μεταξύ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% της ελληνικής απασχόλησης.

Επιτρέψτε μου να είμαι συγκεκριμένος ως προς το τι σημαίνει αυτό στην πράξη.

- Πρώτον, δυναμισμός επιχειρήσεων και πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

Πολύ λίγες επιχειρήσεις στην Ελλάδα αναπτύσσονται, επαγγελματοποιούν τη διοίκηση ή επενδύουν σε προηγμένες τεχνολογίες.

Οι επενδύσεις έχουν ανακάμψει έντονα –από περίπου 11% του ΑΕΠ το 2019 σε σχεδόν 18% έως τα μέσα του 2025–, αλλά παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ περίπου στο 22%, και μεγάλο μέρος τους συγκεντρώνεται σε υλικά περιουσιακά στοιχεία, αντί για άυλα, ψηφιακή ικανότητα και έρευνα. Οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη στο 1,5% του ΑΕΠ είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. στο 2,1% και του ΟΟΣΑ περίπου στο 2,7%. Το να κλείσει αυτό το χάσμα είναι ουσιώδες.

- Δεύτερον, ρυθμιστική και διοικητική μεταρρύθμιση.

Οι χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες –υποθέσεις που διαρκούν κατά μέσο όρο πάνω από 700 ημέρες– και οι σύνθετες απαιτήσεις αδειοδότησης αυξάνουν το κόστος επενδύσεων και επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα για νέες και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις.

Τα ψηφιακά one-stop shops και οι απλοποιημένες διαδικασίες αφερεγγυότητας θα έκαναν πραγματική διαφορά.

- Τρίτον, δεξιότητες.

Η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό για ηλικίες 55 έως 64 ανέρχεται περίπου στο 57%, σε σύγκριση με 65%στον ΟΟΣΑ.

Ελλείψεις δεξιοτήτων εμφανίζονται στον τουρισμό, τις κατασκευές, την υγεία και τις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών.

Η εκπαίδευση ενηλίκων, η ισχυρότερη επαγγελματική εκπαίδευση και η καλύτερη αναγνώριση δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό αποτελούν πλέον επείγουσες προτεραιότητες.

- Και, τέλος, η ενεργειακή μετάβαση.

Η Ελλάδα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, με τα ορυκτά καύσιμα να κυριαρχούν στο μείγμα.

Η επιτάχυνση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών –που ήδη αντιστοιχούν σε πάνω από 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας–, ενώ επιλύονται περιορισμοί στο δίκτυο και καθυστερήσεις αδειοδότησης, αποτελεί τόσο αναπτυξιακή όσο και προτεραιότητα ασφάλειας.

Αν έπρεπε να ονομάσετε μία βασική διαρθρωτική αδυναμία που η Ελλάδα εξακολουθεί να πρέπει να αντιμετωπίσει, ποια θα ήταν;

Αν πρέπει να προσδιορίσω μία, είναι η αδυναμία διάχυσης της τεχνολογίας και της καινοτομίας σε όλη την ελληνική παραγωγική βάση.

Η αναπτυξιακή ιστορία της Ελλάδας μετά την κρίση υπήρξε εντυπωσιακή ως προς την κλίμακα: η απασχόληση αυξήθηκε, οι επενδύσεις ανακάμπτουν, η ανάπτυξη υπερβαίνει σταθερά την Ευρωζώνη. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αυξηθεί περίπου κατά 14% από το 2019, περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου όρου της Ε.Ε. την ίδια περίοδο.

Αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας μεταξύ 2019 και 2024 ήταν περίπου 2,7%, σε σύγκριση με 4,3% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Το χάσμα είναι ενδεικτικό.

Το ζήτημα δεν είναι ότι η Ελλάδα στερείται οικονομικού δυναμισμού. Το ζήτημα είναι ότι νέες ιδέες, τεχνολογίες και αποδοτικότητες δεν διαχέονται ευρέως σε όλη την οικονομία. Τείνουν να παραμένουν συγκεντρωμένες σε ηγετικές επιχειρήσεις, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των μικρότερων επιχειρήσεων –οι οποίες μαζί απασχολούν περίπου το 85% του εργατικού δυναμικού– δυσκολεύονται να υιοθετήσουν ψηφιακές τεχνολογίες, να καινοτομήσουν και να αναπτυχθούν.

Αυτό έχει πολλαπλές αιτίες.

- Οι διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες αυξάνουν το κόστος και την αβεβαιότητα των επενδύσεων και της ανάληψης κινδύνου.

- Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση για ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη – οι μικρότερες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν μόνο περίπου το ένα τέταρτο της νέας τραπεζικής χρηματοδότησης.

- Οι επενδύσεις σε άυλα στοιχεία –σε λογισμικό, δεδομένα, πνευματική ιδιοκτησία, οργανωτική ικανότητα– είναι ασθενείς.

- Και οι δημογραφικές πιέσεις καθιστούν αυτό πιο επείγον, όχι λιγότερο: καθώς η προσφορά εργασίας περιορίζεται, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο γίνεται ο κύριος μοχλός βιώσιμης ανάπτυξης και δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Τα καλά νέα είναι ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών, η ρύθμιση που ευνοεί τον ανταγωνισμό, οι στοχευμένες εγγυήσεις, οι βαθύτερες κεφαλαιαγορές, οι ταχύτερες δικαστικές διαδικασίες και η ισχυρότερη εκπαίδευση ενηλίκων είναι όλα εφικτά.

Η νέα εταιρική σχέση μεταρρυθμίσεων ΟΟΣΑ - Ελλάδας έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να χαρτογραφήσει και να αλληλουχίσει αυτές τις παρεμβάσεις.

Η πρόκληση τώρα είναι θέμα πολιτικής βούλησης και ικανότητας υλοποίησης – και με βάση το ιστορικό της Ελλάδας, έχω πραγματική εμπιστοσύνη ότι και τα δύο υπάρχουν.

Πώς αξιολογεί ο ΟΟΣΑ τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στην παγκόσμια ανάπτυξη και τον πληθωρισμό;

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτελεί ένα σοβαρό οικονομικό σοκ και ο ΟΟΣΑ ήταν σαφής ως προς τις συνέπειές του στην πιο πρόσφατη Ενδιάμεση Οικονομική Έκθεσή μας, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο. Το κύριο κανάλι μετάδοσης είναι η ενέργεια. Η σχεδόν παύση της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ και οι ζημιές σε περιφερειακές ενεργειακές υποδομές έχουν διαταράξει έντονα τις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου, φυσικού αερίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Για να το θέσουμε σε πλαίσιο: περίπου το 20 % της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου διέρχονται από αυτή την περιοχή, μαζί με περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου LNG.

Με περιορισμένη διαθέσιμη παραγωγική ικανότητα αλλού, οι τιμές του αργού πετρελαίου αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 50% μετά τη διαταραχή, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν ακόμα πιο έντονα.

Οι μακροοικονομικές συνέπειες είναι σημαντικές. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις και συμπιέζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών – μειώνοντας τη ζήτηση ακριβώς τη στιγμή που είναι απαραίτητη.

Οι τελευταίες προβλέψεις μας τοποθετούν την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2,9% το 2026 – στηριζόμενη σε ανθεκτικές επενδύσεις στην τεχνολογία και στη ζήτηση που σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά αισθητά χαμηλότερη από ό,τι θα ήταν χωρίς τη σύγκρουση.

Εκτιμούμε ότι ο πόλεμος μειώνει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες φέτος και 0,1 ποσοστιαίες μονάδες το επόμενο έτος – με την υπόθεση ότι οι τιμές ενέργειας αρχίζουν να αποκλιμακώνονται από τα μέσα του 2026.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό, η εικόνα είναι πιο ανησυχητική. Ο γενικός πληθωρισμός στις χώρες της G20 προβλέπεται πλέον στο 4,0% το 2026 –1,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από ό,τι προβλεπόταν πριν από τη σύγκρουση– πριν υποχωρήσει στο 2,7 % το 2027.

Το σοκ στις τιμές λιπασμάτων προσθέτει επίσης πιέσεις στις τιμές των τροφίμων με χρονική υστέρηση, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Για την Ελλάδα ειδικότερα, οι επιπτώσεις προκύπτουν μέσω υψηλότερου κόστους ενέργειας και μεταφορών, πιέσεων στα περιθώρια της ναυτιλίας και του τουρισμού και ασθενέστερης ζήτησης από ευρωπαϊκούς εμπορικούς εταίρους.

Οι κίνδυνοι παραμένουν σαφώς προς την καθοδική πλευρά. Εάν οι ενεργειακές διαταραχές διαρκέσουν περισσότερο από ό,τι υποθέτει το βασικό μας σενάριο, η επιβάρυνση στην παγκόσμια παραγωγή και στα εισοδήματα θα μπορούσε να είναι σημαντικά πιο σοβαρή.

Είναι ο πόλεμος στο Ιράν ένα προσωρινό σοκ ή βρισκόμαστε σε μια διαρθρωτική φάση οικονομικής αστάθειας που καθοδηγείται από γεωπολιτικούς παράγοντες;

Αυτή είναι η σωστή ερώτηση που πρέπει να τεθεί – και η ειλικρινής απάντηση είναι: υπάρχει κίνδυνος να είναι και τα δύο, και δεν θα πρέπει να είμαστε εφησυχασμένοι ως προς αυτό.

Βραχυπρόθεσμα, το βασικό σενάριο του ΟΟΣΑ αντιμετωπίζει την τρέχουσα διαταραχή ως ένα σοβαρό αλλά προσωρινό σοκ. Οι προβλέψεις μας υποθέτουν ότι οι συνθήκες στις αγορές ενέργειας αρχίζουν να ομαλοποιούνται από τα μέσα του 2026, επιτρέποντας στον πληθωρισμό να μετριαστεί και στην ανάπτυξη να σταθεροποιηθεί.

Σε αυτή τη βάση, δεν αναμένουμε μια μόνιμη εκτροπή της παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά το πλαίσιο είναι διαφορετικό από προηγούμενα μεμονωμένα σοκ – και αυτό έχει σημασία. Αυτή η σύγκρουση ακολουθεί την πανδημία COVID-19, την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την έντονη κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων. Η συχνότητα των μεγάλων διαταραχών αυξάνεται.

Και καθώς αυτό συμβαίνει, οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές, τα νοικοκυριά και οι κυβερνήσεις αρχίζουν να προσαρμόζουν τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά τους με τρόπους που είναι πιο επίμονοι και διαρθρωτικοί.

Το βλέπουμε ήδη αυτό στην ενέργεια. Η ταχεία διαφοροποίηση της Ευρώπης μακριά από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά το 2022 –μέσω διεύρυνσης της δυναμικότητας LNG, υψηλότερων αποθεμάτων, βελτιώσεων στην αποδοτικότητα και ταχύτερης ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών– έχει αποδεδειγμένα ενισχύσει την ανθεκτικότητα.

Οι ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν βρεθεί σε καλύτερη θέση να αντέξουν τις τρέχουσες διαταραχές που σχετίζονται με τη Μέση Ανατολή ως αποτέλεσμα αυτού. Αυτό είναι μια διαρθρωτική προσαρμογή που καθοδηγείται από ένα προηγούμενο γεωπολιτικό σοκ.

Παρομοίως, η στρατηγική των αλυσίδων εφοδιασμού αλλάζει. Οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις ενσωματώνουν πιο συστηματικά τον γεωπολιτικό κίνδυνο στις αποφάσεις τους για προμήθειες, logistics και επενδύσεις.

Αυτό συνεπάγεται μια σταδιακή ανταλλαγή μεταξύ αποδοτικότητας και ανθεκτικότητας – όχι έναν αιφνίδιο κατακερματισμό της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά μια διαρκή αναδιαμόρφωση.

Η περιοχή του Κόλπου παρέχει επίσης περίπου το 50% του παγκόσμιου θείου –ένα βασικό υλικό για τη διύλιση κρίσιμων ορυκτών– και το ένα τρίτο του παγκόσμιου ηλίου, απαραίτητου για την κατασκευή ημιαγωγών.

Αυτές είναι διαρθρωτικές εξαρτήσεις που δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν από τη μια μέρα στην άλλη.

Έτσι, η άποψη του ΟΟΣΑ είναι η εξής: το άμεσο σοκ μπορεί να περάσει. Αλλά η υποκείμενη εποχή αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου δεν είναι προσωρινή. Οι χώρες που χτίζουν ανθεκτικότητα –στην ενέργεια, στις αλυσίδες εφοδιασμού, στα δημοσιονομικά αποθέματα και στα μακροοικονομικά πλαίσια– θα είναι καλύτερα τοποθετημένες για ό,τι έρχεται στη συνέχεια.

Για την Ελλάδα, ως καθαρό εισαγωγέα ενέργειας με σημαντική έκθεση στη ναυτιλία, αυτή η ατζέντα είναι άμεσα σχετική.

Θα μπορούσε αυτή η σύγκρουση να προκαλέσει παγκόσμιο στασιμοπληθωρισμό;

Κατανοώ γιατί οι άνθρωποι θέτουν αυτό το ερώτημα, δεδομένου ότι ο συνδυασμός αύξησης του πληθωρισμού και επιβράδυνσης της ανάπτυξης έχει ορισμένες επιφανειακές ομοιότητες με τα επεισόδια στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970.

Αλλά η εκτίμησή μας είναι ότι δεν κατευθυνόμαστε προς μια στασιμοπληθωριστική φάση, και ιδού γιατί.

Ο στασιμοπληθωρισμός, στην κλασική του μορφή, περιλαμβάνει όχι μόνο ένα προσωρινό σοκ τιμών, αλλά έναν εδραιωμένο πληθωρισμό ενσωματωμένο στους μισθούς και στις προσδοκίες, σε συνδυασμό με διαρθρωτική οικονομική στασιμότητα. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι διαφορετικό.

Πρώτον, ο σημερινός πληθωρισμός καθοδηγείται κυρίως από ένα συγκεκριμένο σοκ προσφοράς –τις τιμές ενέργειας– και όχι από ευρεία υπερθέρμανση της ζήτησης ή από κατάρρευση της παραγωγικής ικανότητας. Ο δομικός πληθωρισμός, αν και παραμένει αυξημένος σε ορισμένες οικονομίες, είναι πιο συγκρατημένος από ό,τι υποδηλώνουν τα γενικά στοιχεία.

Και, κρίσιμα, οι πληθωριστικές προσδοκίες –αν και έχουν αυξηθεί κάπως μετά το σοκ στις τιμές ενέργειας– παραμένουν σε γενικές γραμμές αγκυρωμένες στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες.

Δεύτερον, τα πλαίσια άσκησης πολιτικής είναι θεμελιωδώς ισχυρότερα από ό,τι στη δεκαετία του 1970. Οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν πλέον με σαφείς εντολές και με αξιοπιστία που έχει κατακτηθεί με κόπο. Κατανοούν πώς να αποτρέψουν ένα προσωρινό σοκ προσφοράς από το να μετατραπεί σε σπιράλ μισθών-τιμών. Η δημοσιονομική πολιτική διαθέτει επίσης τα εργαλεία για να παρέχει στοχευμένη στήριξη χωρίς να τροφοδοτεί ευρεία πληθωριστική ζήτηση.

Τρίτον, και σημαντικό, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει πραγματικές πηγές ισχύος. Η δυναμική που μεταφέρθηκε από το 2025, οι ισχυρές επενδύσεις στην τεχνολογία –ιδίως οι δαπάνες κεφαλαίου που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη– και οι γενικά ανθεκτικές αγορές εργασίας παρέχουν ουσιαστική στήριξη στην οικονομική δραστηριότητα, ακόμα και καθώς οι συνθήκες γίνονται πιο απαιτητικές.

Η ειλικρινής επιφύλαξη είναι η εξής: εάν η ενεργειακή διαταραχή αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρή και παρατεταμένη από ό,τι υποθέτει το βασικό μας σενάριο, εάν οι πληθωριστικές προσδοκίες απο-αγκυροποιηθούν ή εάν οι πολιτικές αντιδράσεις δεν είναι σωστά βαθμονομημένες, τότε ο κίνδυνος μιας πιο στασιμοπληθωριστικής δυναμικής θα αυξηθεί.

Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο ΟΟΣΑ προτρέπει τις κεντρικές τράπεζες να παραμείνουν σε εγρήγορση, τις κυβερνήσεις να διατηρούν τη δημοσιονομική στήριξη καλά στοχευμένη και προσωρινή, και όλες τις οικονομίες να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση που μειώνει τη διαρθρωτική ευαλωτότητα σε τέτοιου είδους σοκ.

Η πρόληψη είναι η καλύτερη πολιτική.

Υπάρχει κίνδυνος μεταρρυθμιστικής κόπωσης στην Ελλάδα και πώς μπορεί να αποφευχθεί;

Η μεταρρυθμιστική κόπωση είναι ένα πραγματικό φαινόμενο – και η Ελλάδα, περισσότερο από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα, έχει λόγους να το κατανοεί.

Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία απαιτητικών προσαρμογών, θα ήταν απολύτως ανθρώπινο για τους πολίτες και τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής να αισθάνονται ότι ο χρόνος των μεταρρυθμίσεων έχει περάσει και ότι έχει έρθει η ώρα της εδραίωσης.

Αλλά θέλω να υποστηρίξω ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο – και ότι η ευκαιρία που βρίσκεται μπροστά στην Ελλάδα είναι πραγματικά συναρπαστική και όχι απλώς απαιτητική.

Οι μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν την Ελλάδα μέσα από την κρίση ήταν, από πολλές απόψεις, οι δύσκολες – εκείνες που απαιτούσαν δημοσιονομική προσαρμογή, διαρθρωτικές αλλαγές και κοινωνικές θυσίες.

Οι μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται τώρα η Ελλάδα είναι διαφορετικής φύσης. Είναι μεταρρυθμίσεις που προσφέρουν ορατά, απτά οφέλη: ταχύτερη έναρξη επιχειρήσεων, καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επιχειρηματίες, ισχυρότερες ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, δεξιότητες που ανοίγουν τον δρόμο για καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που οι πολίτες μπορούν να βιώσουν άμεσα και θετικά – και αυτό συνιστά μια πολύ διαφορετική πολιτική οικονομία σε σχέση με τη λιτότητα.

Το κλειδί είναι η αλληλουχία και η επικοινωνία. 

Μεταρρυθμίσεις που αποδίδουν γρήγορα αποτελέσματα –μείωση των χρόνων αδειοδότησης, επέκταση ψηφιακών υπηρεσιών μιας στάσης, βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση για αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις– δημιουργούν την εμπιστοσύνη και τη δυναμική που απαιτείται για να διατηρηθεί ευρύτερη διαρθρωτική αλλαγή.

Η νέα μακροπρόθεσμη συνεργασία ΟΟΣΑ - Ελλάδας έχει σχεδιαστεί ακριβώς με αυτή τη λογική: να προσδιορίσει όχι μόνο τι πρέπει να αλλάξει, αλλά και με ποια σειρά και πώς να γίνουν ορατά τα οφέλη.

Η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας αποτελεί επίσης μέρος της απάντησης. Η Ελλάδα έχει επιτύχει κάτι αξιοσημείωτο – πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ το 2024, μείωση του χρέους από 209% σε περίπου 154% του ΑΕΠ από το 2020.

Αυτό το ιστορικό δίνει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να αφηγηθεί μια θετική ιστορία: ότι οι μεταρρυθμίσεις απέδωσαν, ότι η πειθαρχία δημιούργησε χώρο και ότι η επένδυση στην ανάπτυξη είναι πλέον δυνατή ακριβώς λόγω της σκληρής δουλειάς που έχει ήδη γίνει.

Τέλος, το εξωτερικό περιβάλλον –η ενεργειακή αστάθεια, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, ο μετασχηματισμός της οικονομίας λόγω της τεχνητής νοημοσύνης– καθιστά τις μεταρρυθμίσεις πιο αναγκαίες, όχι λιγότερο.

Οι χώρες που προσαρμόζονται θα ευημερήσουν. Οι χώρες που διστάζουν θα μείνουν πίσω. Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να κάνει τα δύσκολα. Το επόμενο κεφάλαιο της ζητά να κάνει τα στρατηγικά. Και ως προς αυτό, είμαι πραγματικά αισιόδοξος.

Πηγή: capital.gr